Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί· ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ‘ΓΙΑΦΚΑ’




Με τον όρο γιάφκα προσδιορίζεται το ασφαλές κρησφύγετο. Είναι ο χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται, καταστρώνονται τα σχέδια και πιθανότατα φυλάσσεται ο εξοπλισμός των μελών μιας παράνομης οργάνωσης. Κατά βάση, η γιάφκα συνδέεται με τις επαναστατικές οργανώσεις ένοπλης πάλης, οι οποίες χρησιμοποιούν διάφορα κρησφύγετα, προκειμένου να καταστούν αόρατες από το κράτος και τις διωκτικές αρχές. Η έννοια αυτή, πιθανολογείται ότι προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από το κατά άλλους Βουλγάρικο και κατά κάποιους άλλους Ρωσικό явка (javka) που σημαίνει ‘ασφαλές κρησφύγετο’.


Η γιάφκα ως έννοια, έγινε ευρύτατα γνωστή στην πατρίδα μας τις δύο τελευταίες δεκαετίες με αφορμή τις συλλήψεις των μελών της 17ης Νοέμβρη και του Ε.Λ.Α. Έκτοτε, η έννοια αυτή έγινε κομμάτι του πολιτικού λεξιλογίου της καθημερινότητας. Στις μέρες που διανύουμε, η λέξη γιάφκα συνδέθηκε ου ολίγες φορές με τις συλλήψεις μελών του Επαναστατικού Αγώνα, της Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς, σε ισάριθμες περιπτώσεις όπου οι διωκτικές αρχές ανακάλυψαν βαρύ οπλισμό και διάφορα άλλα επιλήψιμα αντικείμενα εντός ενοικιασμένων χώρων από τα μέλη των προαναφερθέντων. Πάμπολλες γιάφκες ανακαλύφθηκαν από τις διωκτικές αρχές, άλλες λιγότερο φανερές και άλλες περισσότερο. Σύμφωνα με το λεξικό της κοινής νεοελληνικής, η γιάφκα ορίζεται ως ο ‘κλειστός χώρος που κρατιέται μυστικός και εξυπηρετεί τις ανάγκες παράνομου μηχανισμού’. Σύμφωνα πάλι με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας έχει τα χαρακτηριστικά ενός ‘κρησφύγετου για τη συγκέντρωση υλικού και το σχεδιασμό παράνομων πράξεων από τα μέλη αντικαθεστωτικών ή τρομοκρατικών οργανώσεων’.

Αν ανατρέξουμε στην καταγωγή της έννοιας αυτής, θα εξάγουμε αρκετά σημαντικά στοιχεία για την σύγχρονη χρήση της.

Η ρωσική javka σημαίνει ‘παρουσία, προσέλευση’ και υπό το σοβιετικό καθεστώς απέκτησε τη σημασία της ‘μυστικής συνάντησης ατόμων που δεν γνωρίζονταν προηγουμένως’, π.χ. δυο ή παραπάνω παρανόμων, και στη συνέχεια προσδιόριζε το ‘παράνομο στέκι, κρησφύγετο’. Σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν την καταγωγή της έννοιας αυτής, η λέξη явка (από τη ρίζα яв-) στα ρώσικα συνδέεται με το ρήμα явиться (γιαβίτ’σα), που σημαίνει ‘να εμφανιστώ’, και πράγματι σημαίνει μεταξύ άλλων την παρουσία καθώς και την προσέλευση· για παράδειγμα, χρησιμοποιείται για την προσέλευση των εγγεγραμμένων σε εκλογές ή των μελών ενός συλλόγου σε μια εκδήλωση ή συνέλευση. Μια άλλη σημασία της λέξης, πεπαλαιωμένη σήμερα, είναι η δήλωση, η κοινοποίηση, το να καθιστάς κάτι εμφανές, άλλωστε από την ίδια ρίζα προέρχονται και οι λέξεις явный (γιάβνιj) ‘φανερός’ και явно (γιάβνα) ‘εμφανώς’.

Επομένως, στα σημερινά ρωσικά, явка είναι: 1. Η παρουσία, η εμφάνιση 2. Η προσέλευση κατόπιν κλήσεως 3. α) Το συνωμοτικό ραντεβού β) Η συνωμοτική συνάντηση, γ) Το μέρος όπου γίνεται αυτή η συνάντηση. Γουστόζικη ειρωνεία της ετυμολογίας, από την ίδια ρίζα να προέρχεται μια λέξη που σημαίνει ‘προφανής’ και μια λέξη που σημαίνει ‘κρησφύγετο’!

Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει καμιά αναφορά στη λέξη ‘γιάφκα’ μέχρι πριν το 1932. Στο σώμα του Ριζοσπάστη, με το (όχι αλάνθαστο, είναι η αλήθεια) ψαχτήρι της Εθνικής Βιβλιοθήκης: στα προπολεμικά φύλλα (μέχρι την 4η Αυγούστου 1936) υπάρχουν μόνο δύο αναφορές στη λέξη γιάφκα. Η μία από αυτές, του Ιανουαρίου 1932, είναι από ένα μεταφρασμένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για το γαλλικό μυθιστόρημα Les hommes de 1905 russe (Οι άνθρωποι του ρωσικού 1905 δηλαδή), γραμμένο το 1928 από τον γαλλορωσοεβραίο συγγραφέα Μισέλ Ματβέγιεφ (ψευδώνυμο· το πραγματικό του όνομα ήταν Ζοζέφ Κονστάν ή Κονσταντινόφσκι). Εκεί υπάρχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις γιάφκες και το ‘χρηματιστήριο’:

Για τους συντρόφους που’ ρχονταν από άλλη πόλη, για τις σχέσεις μεταξύ δρώντων συντρόφων, για τη διανομή του προπαγανδιστικού υλικού, για τις συνεδριάσεις των επιτροπών, χρειάζονταν ολόκληρο δίχτυ συνωμοτικών κέντρων. Τα κέντρα αυτά τα λέγανε ‘γιάφκες’. Για τις συγκεντρώσεις προτιμούσαν ένα μικροαστικό σπίτι και συχνά ένας συμπαθών διέθετε το σπίτι του.

Για τη διανομή όμως του προπαγανδιστικού υλικού, για τις άλλες δουλειές, διάλεγαν ένα μαγαζί, απ’ όπου είχε συνηθίσει ο κόσμος να βλέπει ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν και να παίρνουν μαζί τους πράγματα. Η δουλειά σε μια τέτοια «γιάφκα» ήταν πολύ απλή αλλά και με μεγάλες ευθύνες. Στο μαγαζί αυτό είχε δικαίωμα να μπει και η αστυνομία κι ο κατάσκοπος. Όποιος αναλάβαινε τη ‘γιάφκα’ έπρεπε να ’ναι ψυχολόγος, μηχανικός, αρχιτέκτονας, πάντως καλός οργανωτής. (…) Αν οι γιάφκες ήταν οργανωμένες προσεχτικά, η μπίρζα, το χρηματιστήριο, γεννήθηκε μοναχή της: ήταν ένας τόπος συνάντησης όλων των συμπαθούντων και γενικά όσων ενδιαφέρονταν για το κίνημα. (…) Για το σκοπό αυτό πιάνουν μια γωνιά του δρόμου. (…) Εκεί μαθαίνουν όλα τα νέα και παίρνουν τις πληροφορίες.

Η επόμενη αναφορά που υπάρχει, είναι μια του 1934, είναι σε καταγγελία κάποιου πρώην μέλους του κόμματος για χαφιεδισμό, ότι διείσδυσε στο κόμμα ‘για να μάσει στοιχεία για τον παράνομο μηχανισμό (γιάφκες κλπ.)’.

Σε καμιά άλλη εφημερίδα δεν υπάρχει αναφορά στη λέξη ‘γιάφκα’ παλαιότερη του 1936. Για παράδειγμα, στο Ελεύθερον Βήμα δεν υπάρχει καμιά ανεύρεση της λέξης γιάφκα πριν από το 1937, ενώ την περίοδο 1938-39 υπάρχουν δεκάδες ανευρέσεις, όλες σε ανακοινώσεις της ασφάλειας για συλλήψεις κομμουνιστών, π.χ. 23.7.38 Συλληφθέντες κομμουνιστές στην Πάτρα: την οικίαν του εχρησιμοποίει ως ‘γιάφκα’. Το ίδιο και στα Αθηναϊκά Νέα, π.χ. 23.3.39, από Αλιστράτη Σερρών: Η οικία του εχρησιμοποιείτο ως τόπος συγκεντρώσεως κομμουνιστών (γιάφκα).

Σε ένα ποίημα που αναφέρεται στην Κατοχή, αλλά είναι γραμμένο αργότερα, δίνεται και ορισμός της γιάφκας:

Πάντως λεγόντουσαν πολλά για τούτο το τσαρδί.

Τ’ ονοματίζαν μερικοί με κάποια λέξη ξένη.

ήτανε ‘γιάφκα’ λέγαν, στεκι δηλαδή,

για κειους που στην αντίσταση ήταν μπερδεμένοι.

Οι αντάρτες του ΔΣΕ φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν τη λέξη ‘γιάφκα’ κάπως (αλλά όχι πολύ) διαφορετικά: Στο Δημοκρατικό Στρατό ένας πρακτικός τρόπος για τη συγκέντρωση πληροφοριών ήταν η ‘γιάφκα’. Και είναι γιάφκα ένα ορισμένο σημείο, κρυφό, όπως μια κουφάλα δέντρου, δυο χαρακτηριστικές πέτρες ή κάποιο ερημικό καλύβι. Εκεί έρχεται ο αντάρτης που ανήκε στο Κ.Π. (Κέντρο Πληροφοριών), άφηνε το σημείωμα με τις πληροφορίες για να τις παραλάβει το τμήμα, ο Καπαπίτης που ήταν αρμόδιος. Στα χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού ήταν μεγάλη η αξία της πληροφορίας, γιατί δεν διαθέταμε τόσους ασύρματους. (Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής, σελ. 121).

Η λέξη εμφανίζεται επίσης σε απομνημονεύματα στελεχών του ΚΚΕ, που αναφέρονται στην εποχή εκείνη αλλά είναι γραμμένα μεταγενέστερα. Πολύ περισσότερο χρησιμοποιείται η γιάφκα κατά την περίοδο του Εμφυλίου και στα αμέσως επόμενα χρόνια από την κυβερνητική παράταξη, π.χ. στις ανακοινώσεις της αστυνομίας για τη σύλληψη κομμουνιστών ή στις δίκες (ας πούμε στη δίκη του Μπελογιάννη). Συνήθως πρόκειται για κρησφύγετο, αλλά έχω βρει και περιπτώσεις όπου η γιάφκα δεν είναι κλειστό και κρυφό μέρος, αλλά ένα μαγαζί απ’ όπου γίνεται διανομή παράνομων εφημερίδων (π.χ. Ελευθερία 25.10.1953, όπου γίνεται λόγος για ένα ψιλικατζίδικο και ένα κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων που χρησιμοποιούνταν ως γιάφκες διανομής του παράνομου Ριζοσπάστη).

Αλλά και η αστυνομία κατά την περίοδο της Επταετίας χρησιμοποίησε πολύ τη λέξη ‘γιάφκα’ στις ανακοινώσεις της. Για παράδειγμα, η ανακοίνωση για τη δίκη του Μπάμπη Δρακόπουλου αναφέρει: Συγκεκριμένως ούτοι κατηγορούνται ότι από του Μαΐου 1967 έως του Μαΐου 1968 εγκατέστησαν ‘γιάφκα’ εις οικίαν την οποίαν εμίσθωσαν επί της οδού Δαφνίδος 37 όπου επραγματοποίησαν παρανόμους συναντήσεις και διακίνησαν παράνομα έντυπα, με σκοπόν την ανατροπήν του καθεστώτος και του κρατούντος κοινωνικού συστήματος. (Βήμα 19.8.1972). Μια από τις πρώτες αναφορές, επί χούντας, στο πόρισμα για την απόπειρα Παναγούλη, όπου η αστυνομία ανακοίνωσε ότι η οργάνωση ήθελε να βρει τέσσερα σπίτια ‘προκειμένου να ενοικιασθούν ταύτα υπό της οργανώσεως και να χρησιμοποιηθούν ως γιάφκες, αποθήκες και εργαστήρια’ (20.10.1968) Και οι ίδιοι οι αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα χρησιμοποιούσαν τη λέξη ‘γιάφκα’. Για παράδειγμα, σε κατάθεση του Αργύρη Μπάρα το 1979 ‘κύκλωσε η ασφάλεια και η ΚΥΠ τη γιάφκα που είχαμε στην οδό Γραβιάς 46’. Μετά τη μεταπολίτευση επιτυχία γνώρισε η κωμωδία του Ασημάκη Γιαλαμά ‘Βιλα γιάφκα’.

Η γιάφκα ως λέξη δεν είναι διεθνής, δεν φαίνεται να πέρασε σε άλλες γλώσσες πλην των ελληνικών. Και στα βουλγαρικά, θεωρείται ρωσισμός. Ανάμεσα στις όχι πολλές ανευρέσεις της λέξης yavka στον παγκόσμιο ιστό, υπάρχει ένα άρθρο του περιοδικού Τάιμ του 1948, που αναφέρεται σε μια υπόθεση με ελληνικό ενδιαφέρον.

Πρόκειται για την αυτοκτονία της Σταυρούλας Τσούχλου, του γνωστού οίκου μόδας. Η Τσούχλου είχε συλληφθεί το 1948 ως ‘στρατολόγος ανταρτών’ και ρίχτηκε από το παράθυρο της τουαλέτας του 6ου ορόφου της Ασφάλειας. Το Τάιμ παρουσιάζει την ιστορία σαν σατανικό εκβιασμό των κομμουνιστών με τα δίχτυα της αράχνης, αλλά σύμφωνα τόσο με τις εφημερίδες της εποχής όσο και με σχετικά πρόσφατο άρθρο του γιου της Αλέκου Τσούχλου στην Καθημερινή, η Τσούχλου βοηθούσε συνειδητά από παλιά τους κομμουνιστές. Το ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας βρίσκεται στο ότι, στην περιγραφή του παράνομου μηχανισμού, χρησιμοποιείται η λέξη γιάφκα ή μάλλον yavka: each shop was used in turn as a yavka (Russian for front) for shipping recruits to guerrilla bands in the mountain. Το μαγαζί (στην προκειμένη περίπτωση ένα μυροπωλείον) χρησιμοποιόταν σαν ‘βιτρίνα’, λέει το άρθρο. Όχι τυχαία, το όλο άρθρο έχει τίτλο Front woman. Φαίνεται να υπάρχει κάποιος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην αρχική σημασία της ρωσικής λέξης (εμφάνιση) και στον μυστικό τόπο, όμως, κανένα ρώσικο λεξικό δεν καταγράφει τη σημασία ‘βιτρίνα, πρόσοψη, μπουζουριέρα’ για τη ρωσική λέξη, παρόλο που είναι ομόρριζη η λέξη που σημαίνει ‘φανερός’.

Οπότε, καταλήγουμε ότι η ρωσική λέξη явка, που σημαίνει ‘παρουσία’ και ‘προσέλευση’, απέκτησε στα ρωσικά, στα χρόνια πριν από την επανάσταση, την σημασία ‘προσέλευση σε κανονισμένη συνάντηση παρανόμων’, κατόπιν μετετράπη σε ‘συνάντηση παρανόμων’ και ύστερα σε ‘παράνομο στέκι’. Πέρασε στα ελληνικά, πιθανώς στις αρχές της δεκαετίας του 1930 από τα εκπαιδευμένα στην ΕΣΣΔ στελέχη του ΚΚΕ ή από τις επαφές με την Κομιντέρν. Στα ελληνικά ρίζωσε, εφόσον χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο από τους κομμουνιστές αλλά και, κατά κόρον, από τους αστυνομικούς μηχανισμούς, συνήθως με την έννοια του κρησφύγετου, που είναι και αυτή που επικράτησε.

Όσο για το κρησφύγετο, η δικιά του ετυμολογία είναι σαφώς πιο προβληματική. Βλέπουμε ότι το δεύτερο μισό της λέξης έχει σχέση με το ρήμα φεύγω, αλλά το πρώτο μισό δεν έχει εξηγηθεί πειστικά. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι έχει σχέση με τους Κρήτες, που κρύβονταν σε κρησφύγετα για να γλυτώσουν από τον Μίνωα -γουστόζικο, αλλά λαθεμένο. Άλλοι πρότειναν ότι το μόρφημα κρησ- προέρχεται από το θέμα του ‘κάρα’ (κεφάλι) ή από τη λέξη ‘χρέος/χρήος’, ή από αμάρτυρο *πρησφύγετον που ανάγεται στο ρήμα προσφεύγω, εκδοχή που ο γνωστός και μη εξαιρετέος Μπαμπινιώτης θεωρεί ισχυρότερη, αλλά ο Σαντρέν περίπλοκη και αμφίβολη. Παναπεί, θολό το τοπίο. Πάντως, καμιά ετυμολογική σχέση δεν έχει το κρυσφήγετο με την κρυψώνα, αν και ίσως η παρετυμολογία να κάνει σχετικά πολλούς να γράφουν *κρυσφήγετο.

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι η έννοια της γιάφκας μπορεί να έχει τόσες χρήσεις, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν και τις πολιτικές σκοπιμότητες που υπάρχουν από το εκάστοτε καθεστώς. Στην κατοχική Ελλάδα της, οι γιάφκες στηλιτεύονται από το καθεστώς ως τα κρησφύγετα των ‘τρομοκρατών’ και των ‘ανατρεπτικών στοιχείων’, σε πλήρη αντιδιαστολή με τις γιάφκες των κομμάτων, των πολυεθνικών, των δεξαμενών σκέψης, των υπουργικών θόλων, των κοινοβουλευτικών εδράνων. Η μεγαλύτερη γιάφκα του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους είναι το άντρο του παρλιαμενταρισμού.

Είναι σαφές ότι όσες περισσότερες γιάφκες ανακαλύπτει ένα καθεστώς, τόσες είναι οι εστίες αντίστασης που στοχεύουν στην ολική ανατροπή του. Η ύπαρξή τους υποδηλώνει την κατάρρευση οιουδήποτε ερείσματος ενδεχομένως να είχε στην συνείδηση των πολιτών. Ένα καθεστώς που ανακαλύπτει διαρκώς γιάφκες ή ‘θύλακες τρομοκρατίας’ είναι προφανές ότι έχει αποτύχει παταγωδώς στο να αποκομίσει την πολυπόθητη κοινωνική συναίνεση. Απέναντι στα ψέματα και την λάσπη των κουστουμαρισμένων παπαγάλων του καθεστώτος παραμένει το δικαίωμα των αγωνιζομένων ανθρώπων που παλεύουν για αυτοδιάθεση σωμάτων και ψυχών σε εθνική κλίμακα. Το κράτος με τις κατασταλτικές σταυροφορίες του, δεν επιτυγχάνει παρά να δημιουργεί νέους εχθρούς. Όσες γιάφκες κι αν ανακαλύψουν, άλλες τόσες θα υπάρχουν μέσα μας.


Η ‘γιάφκα’ δεν είναι οι τοίχοι της, δεν είναι τα τούβλα της. Είναι το αναφαίρετο φυσικό δικαίωμα των ανθρώπων να ορίζουν την αντίστασή τους, ενάντια στην μεταμοντέρνα τυραννία. Είναι το δικαίωμα των αγωνιζομένων ανθρώπων να συναθροίζονται με τους ομοίους τους. Στις γιάφκες των ονείρων μας δεν χωρούν χαφιέδες και μπατσόσκυλα. Οι γιάφκες είναι τα τελευταία καταφύγια ελευθερίας μέσα στη χώρα των πρόθυμων ρουφιάνων. Κάθε γιάφκα επαναστατών συμβολίζει το διαρκές αίτημα για την ολική ανατροπή του σάπιου κατεστημένου. Κάθε γιάφκα και ένα καρφί στο φέρετρο της αστικής υποκρισίας. Οι γιάφκες να’ ναι στα θεμέλια του καθεστώτος νάρκες.





ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ ΜΑΙΑΝΔΡΙΟΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ

ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ