Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί· ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

O JULIUS EVOLA ΚΑΙ Ο ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ






Πιστοί στο 'Απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ', να καταστήσουμε σαφές, ότι ο Βαρώνος Ιούλιος Καίσαρας Ανδρέας Έβολα, ιδιαίτερα οικείος στους 'εθνικιστικούς-φασιστικούς-εθνικοσοσιαλιστικούς' κύκλους της πατρίδος μας, με τον οποίο και θα ασχοληθούμε στο παρούσα επισκόπηση, κατέστη γνωστός μέσω του ιδεολογικού οργάνου 'Χρυσή Αυγή' απ' το 1980 έως και σήμερα. Απ' το 1990 κι ύστερα, το ενδιαφέρον του κοινού στην εβολιανή προσέγγιση έγινε εντονότερο. Οι μεταφράσεις των κειμένων πλήθυναν, ακολουθώντας την φυσική εξελικτική πορεία των πολιτικών δρώμενων, και τις τάσεις του εθνικιστικού-εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος.

Σήμερα λοιπόν, διαφορετικοί πολιτικοί-εκδοτικοί σχηματισμοί, μπορούν επάξια να επαίρονται πως εξέδωσαν κάποιο ή κάποια απ' τα μοναδικά έργα του μεγάλου διανοητή. Η κληρονομιά του ανήκει και απευθύνεται στους 'αριστοκράτες της ψυχής', όπως ανέφερε κι ο ίδιος προσυπογράφοντας το ηρωοολατρικό 'Ίππευσε την Τίγρη' (1961). Ο Βαρώνος Ιούλιος Καίσαρας Ανδρέας Έβολα, είχε το άστρο να γεννηθεί στην 'αιώνια πόλη' στις 19 Μαΐου 1898. Γόνος οικογένειας ευγενών σικελικής καταγωγής, εξελίχθηκε σε εκφραστή της Εσωτερικής Παράδόσεως. Ο Έβολα άφησε μια σπουδαία παρακαταθήκη πίσω του, ένα συνολικό έργο που περιλαμβάνει σπάνιας αξίας μελέτες και συμπεράσματα για τον Βουδισμό, τον Ινδουισμό, τη Γιόγκα, το Ζεν, τις Ανατολικές Φιλοσοφίες, την Δυτική Εσωτερική Παράδόση. Εμβάθυνε στην ερμητική παράδοση, την αλχημεία, τις τέχνες που αποτελούν πρακτικές εκδηλώσεις υψηλού πνευματισμού.



Σήμερα, ο Έβολα αποτελεί τον κύριο εκφραστή του αριστοκρατικού πνεύματος που στοχάζεται εναντίον του οικουμενισμού, της παγκοσμιοποίησεως, της ισοπεδωτικής πολυπολιτισμικότητας, υπό ένα μοναδικό μεταφυσικό πρίσμα. Ο ίδιος ίδρυσε το 1927, πλαισιωθείς από ανήσυχα πνεύματα της Ιταλίας του καιρού τους την φιλοσοφική ομάδα 'UR', ενώ παράλληλα προχώρησε και στην έκδοση ενός μηνιαίου εντύπου με τον ίδιο τίτλο, το οποίο κυκλοφόρησε μεταξύ 1927-1928. Μετέπειτα το 1929, εξέδωσε το μηνιαίο έντυπο 'KRUR'. Το 1930 ίδρυσε το περιοδικό 'La Torre', η έκδοση του οποίου σταμάτησε στα δέκα τεύχη, εξαιτίας της δριμείας κριτικής που ασκούσε στα πληβειακά και αστικά στοιχεία του Φασισμού καθώς και στην έλλειψη ουσιαστικών πνευματικών θεμελίων. Σ' αυτό το σημείο να τονίσουμε πως το συγγραφικό έργο του Έβολα, εκτείνεται σε έναν ορίζοντα πενήντα ετών, απ' το 1920 έως το 1974. Οι πολιτικές, κοσμοθεωρητικές αλλά και φιλοσοφικές του θέσεις διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση πνευματικών δημιουργών: του Friedrich Nietzsche, του ενός και μοναδικού προφήτη του Υπερανθρώπου και της νέας αριστοκρατίας, του Otto Weininger, του εμπνευστή της ιδέας της Ανδρείας υπό το πρίσμα της μεταφυσικής, του θεμελιωτή της φιλοσοφίας της ιστορίας Giambattista Vico, του Carlo Michelstaedter , του τραγικού αυτόχειρα, αναζητητή του Απολύτου και κήρυκα της συνειδητής αφοβίας, του Μichel Staedter, του λάτρη της μεταφυσικής αναζήτησης του απολύτου, του Otto Braun, του Μεγάλου Meister Eckhart, του Oswald Splengler, του Γάλλου διανοούμενου René Guénon. Από καταλήψεως της εξουσίας απ' τους Φασίστες το 1922 και έπειτα, το καθεστώς κλιμακωτά καθίσταται εν πολλοίς αλαζονικό εξαιτίας της εκθειάσεως του κρατισμού και της αστυνομοκρατίας, της σχέσης του καθεστώτος με την καθολική εκκλησία, τους μεγαλοβιομήχανους και τη λαϊκιστική απήχηση στις πλατιές μάζες. Μολονότι Καθολικός στο θρήσκευμα, βρισκόταν σε μόνιμη διαφωνία με το φασιστικό καθεστώς, λόγω της πολιτειακής συμφωνίας με το Βατικανό, προ πάντων λόγω των διαπιστώσεών του για την μαζική, προλεταριακή φύση του φασισμού, τον οποίο δεν ξεχώριζε απ' την Δημοκρατία.


Ο Έβολα αρνείται διακριτικά και επίμονα την ταυτότητα του κόμματος, όμως συνεχίζει να τάσσεται ανεπιφύλαχτα υπέρ της αναγκαιότητας της Εθνικής Επανάστασης του Οκτωβρίου. Συνεργάζεται με τον Roberto Farinacci στην επιθεώρηση 'Regime Fascista', απ' το 1934 έως το 1943. Ανέπτυξε στενές σχέσεις με τα μέλη του πρωσικού Herrenklub, παρακολούθησε την ανάπτυξη των SS, που προορίζονταν να δημιουργήσουν την πνευματική και βιολογική ελίτ του Τρίτου Ράϊχ. Παρ' όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισε, μέσω της γνωριμίας του με τον Roberto Farinacci, επέτυχε να συνεχίσει την δημοσίευση των δικών του και όχι μόνο κειμένων απ' τις σελίδες του 'Regime Fascista' και την στήλη 'Diorama Filosofico'. Ο Έβολα μπορεί δίκαια να αποκληθεί θεωρητικός του 'αντι-μοντερνισμού', της 'παραδοσιαρχίας'. Στο φιλοσοφικό του έργο, περιλαμβάνονται εξαιρετικά πολιτικά βιβλία, πνευματικού και παραδοσιακού προσανατολισμού, κύριο πυρήνα του οποίου αποτελεί η τριλογία 'Εξέγερση Ενάντια στο Σύγχρονο Κόσμο', 'Άνθρωποι Ανάμεσα στα Ερείπια' και 'Ίππευσε την Τίγρη', τα οποία δεν αποτελούν τίποτα άλλο από, σύμφωνα με τον ίδιο, εγχειρίδια επιβίωσης που απευθύνονται στους 'αριστοκράτες της ψυχής της σύγχρονης εποχής'. Ο Έβολα, ο οποίος επηρεάστηκε απ' τον Ινδουισμό και την θεωρία των Υuga, αντιλαμβάνεται την σύγχρονη εποχή ως την σκοτεινή εποχή (δλδ. Kali Yuga), ως την εποχή του τέλους του παρόντος πολιτισμού, ως την εποχή της παρακμής και της αποσυνθέσεως.



Στην παρούσα αναδρομή, επιθυμούμε να σταθούμε στην καλλιτεχνική πλευρά του Έβολα, ο οποίος συνδύασε αυτό που ονομάζουμε 'φιλόσοφος-καλλιτέχνης'. Στο συγγραφικό του συγκαταλέγονται η ποιητική συλλογή 'Raaga Blanda' (1969) και έργα τέχνης που επηρέασαν βαθύτατα το ρεύμα του Ντανταϊσμού στο οποίο εντάχθηκε. Το 1963 για πρώτη φορά εκτέθηκε το σύνολο των έργων του στη γκαλερί 'Medusa' της Ρώμης ενώ τα περισσότερα απ' αυτά κοσμούν σήμερα ιδιωτικές συλλογές και τη 'Galleria Nationale d’ Arte Moderna' της 'αιώνιας πόλης'. Ενεργή η παρέμβασή του στα πολιτικά δρώμενα της εποχής, καθώς αυτή εκφράζεται μέσα απ' την αντίθεση στην 'Νεγροποίηση της Αμερικής' με την διαπιστωτική 'Παρακμή της Δύσεως που εξέπεσε στον Καπιταλισμό, όπως και μέσα απ' την αντίθεση στον Κομμουνισμό που αποτέλεσε την κορύφωση της εξαχρειώσεως του Λευκού ανθρώπου. Η πτώση του Φασισμού και περισσότερο η Ιταλική συνθηκολόγηση τον έκαναν να βρει καταφύγιο στην ελεύθερη τότε Βόρεια Ιταλία. Το Μάρτιο του 1945, ενώ απολάμβανε τον καθημερινό του περίπατο στους δρόμους της Βιέννης, τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια ενός σφοδρού συμμαχικού βομβαρδισμού, κάτι το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα την παράλυση των κάτω άκρων του για τα υπόλοιπα 30 χρόνια της ζωής του. Eπέστρεψε στην Ιταλία το 1948, όπου και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο συγγραφικό έργο. Πέθανε στις 11 Ιουνίου του 1974. Η σoρός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του σκορπίστηκαν όπως και επιθυμούσε στις παγωμένες κορυφές του όρους Rosa για να συνεχίσει εκεί την αγαπημένη του άσκηση ορειβασίας.



Εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, ο Έβολα ασπάστηκε την φιλοσοφία του Ντανταϊσμού για ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του, ωστόσο μετέπειτα τον απόρριψε ως 'παρακμιακό φαινόμενο'. Ο Έβολα είχε αποκληθεί 'κύριος εκφραστής του Ντανταϊσμού της Ιταλίας κατά τα έτη 1920-1923'. Τα συνολικά 54 έργα του εκτέθηκαν στη Ρώμη το 1920, ενώ σε μια ανάλογη έκθεση που έλαβε χώρα στο Βερολίνο εκτέθηκαν 60 έργα του. Σύμφωνα με αναφορές εκπροσώπων των Ντανταϊστών, ο Έβολα υπήρξε καινοτόμος ζωγράφος, καθώς σε αυτόν απέδωσαν την νέα εποχή του 'Dada' της Ρώμης. Τον Απρίλιο του 1921 ο Έβολα εγκαινίασε την έκθεση 'Galleria d’Arte Bragaglia', με έργα των Ντανταϊστών απ' την πόλη Μάντοβα της Ιταλίας, Gino Cantarelli και Aldo Fiozzi, αλλά και την παρουσίαση ντανταϊστικών έργων στο Cabaret 'Grotte dell’Augusteo'. Το πρωτοπόρο για τα δεδομένα της τότε εποχής καλλιτεχνικό κίνημα της 'αισθητικής αναρχίας', ο Ντανταϊσμός, ιδρύθηκε το 1916, μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.


Ο Ντανταϊσμός γεννήθηκε και άνθισε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Ήταν μια έντονα εκφραστική-παραστατική διαμαρτυρία ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου και αυτού που οι ίδιοι οι Ντανταϊστές πίστευαν πως ήταν μια καταπιεστική διανοητική αγκύλωση στην τέχνη και την μονοδιάστατη εμπειρική καθημερινότητα. Ο Ντανταϊσμός χαρακτηρίζεται από εσκεμμένο παραλογισμό, απόρριψη των κυρίαρχων ιδανικών μορφών της τέχνης. Ο Ντανταϊσμός είναι το παιδί του φουτουρισμού που γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Στον πυρήνα του έχει την επίθεση στις συνθήκες, την ταχύτητα, την οργή, την αλλαγή.

Ο Σουρεαλισμός που εμφανίστηκε μετέπειτα, αποτελεί γέννημα του Ντανταϊσμού. Κυριότεροι εκπρόσωποι του Ντανταϊσμού οι Guillaume Apollinaire, Arthur Cravan, Max Ernst, Tristan Tzara. Στόχος 'Το παράλογο, το παράδοξο, το φανταστικό, το γκρέμισμα των παραδοσιακών λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών αξιών, η αμφισβήτηση των αρχών της μοντέρνας κοινωνίας'. Εδώ υπεισέρχεται η εβολιανή επορροή. Στις στις 14 Ιουλίου του 1916 το πρώτο μανιφέστο 'Dada' παίρνει σάρκα και οστά με την γέννησή του. Το δεύτερο 'Ντανταϊστικό Μανιφέστο' γράφτηκε απ' τον Tristan Tzara στις 3 Φεβρουαρίου 1918. Ο ίδιος αναφέρει: 'Γράφω αυτό το μανιφέστο για να δείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει ταυτόχρονα αντίθετες ενέργειες στη διάρκεια μιας δροσερής ανάσας. Είμαι κατά των ενεργειών, και όσο για τη διαρκή αντίφαση ή την κατάφαση, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά και δεν πρόκειται να εξηγήσω τί εννοώ γιατί μισώ τον κοινό νού. Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή'. Ο


Έβολα ανέγνωσε απόσπασμα απ' το μανιφέστο του Tzara, ενώ τόνισε πως ο Φουτουρισμός είχε πεθάνει οριστικά, προκαλώντας σοκ στο κοινό. Στην αυτοβιογραφία του 'Il Cammino del Cinabro' (αγγλ. 'The Path of Cinnabar'), στο κεφάλαιο 'Αφηρημένη τέχνη και Ντανταϊσμός' ο Έβολα εκθέτει την έλξη που του άσκησε ο Ντανταϊσμός λόγω του ριζοσπαστισμού του, καθώς 'αποτέλεσε την προοπτική εκείνη της ζωής που εξέφρασε μια ροπή πλήρους απελευθερώσεως, συνταιριάζοντας την ανατροπή κάθε λογικής, ηθικής και αισθητικής αναστολής, με τους πλέον παράδοξους και περιπλεγμένους τρόπους'. Ο Έβολα ισχυρίστηκε εύστοχα πως ο Ντανταϊσμός ήταν αυτός που έδωσε την φιλοσοφική έμφαση στο παράλογο, σ' αυτό που αναφέρει ο Αλμπέρ Καμύ κάποια χρόνια αργότερα στον 'Μύθο του Σίσυφου', κατ' αναλογία με τις διδαχές σχολών της Ανατολής, όπως το Τσαν και τα γραπτά του Κινέζου φιλοσόφου Λάο Τσε. Ο όρος Τσάν είναι συντόμευση με την οποία αρχικά αποδόθηκε στα κινεζικά η ινδική έκφραση 'τιάνα' που μεταφράζεται ως 'κατάσταση διαλογισμού'. Ο διαδεδομένος όρος είναι Ζεν, η απόδοση του Τσαν στα ιαπωνικά.



Ο δάσκαλος Bōdhidharma εισήγαγε τον Βουδισμού Τσαν, τον δρόμο που 'οδηγεί απευθείας στο μυαλό και δεν μένει στις λέξεις', και επίσης τονίζει 'μια ειδική μετάδοση γνώσης έξω από τις γραφές'. Το 1920 ο Έβολα εξέδωσε το 'Arte Astratta', όπου ανέφερε δεικτικά ότι 'η αφηρημένη αισθητική εξαρτάται απ' την εκφραστικότητα της ώθησης προς το άγνωστο'. Ο Ντανταϊσμός εξυπηρετούσε την εσώτερη ανάγκη απελευθερώσεως του 'απολύτου ατόμου', παρά ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, όπως τουλάχιστον η πλειοψηφία εκείνη την εποχή πίστευε. Ο Ντανταϊσμός αποτέλεσε για τον Έβολα το ουσιαστικό κίνητρο της στροφής του στον Εσωτερισμό. Στις αρχές του 1920, συνάντησε τον Νεο-πυθαγόρειο αποκρυφιστή Arturo Reghini. Το 1921 εγκατέλειψε την ζωγραφική, ενώ το 1924, και την ποίηση, εφόσον κατέληξε στο ότι είχε εξαντλήσει κάθε δυνατότητα σ' αυτούς τους τομείς και αφοσιώθηκε στην μελέτη Εσωτερικής Διδασκαλίας, την οποία ακολούθησε βιωματικά. Μολονότι, απεκόπη απ' τον Ντανταϊσμό, ουδέποτε έκρυψε την επιρροή που είχε στην πορεία του, λέγοντας ότι 'παραμένει ένα αξεπέραστο ρεύμα ως προς τον ριζοσπαστισμό στην προσπάθειά του ν' ανατρέψει όχι μόνο τον κόσμο της τέχνης, αλλά και όλες τις πτυχές της ζωής'. Ο Alexander Dugin, θεμελιωτής της 4ης Πολιτικής Θεωρίας, του Ευρασιανισμού, στοιχηματίζει στον Έβολα, λέγοντας πως αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα για το ρεύμα της παραδοσιαρχίας, όπως ήταν ο Rene Guenon. Με την πάροδο του χρόνου, γίνεται ολοένα πιο κρυστάλλινος, βαθύτερος, επίκαιρος, υπό το πρίσμα του άπειρου χρόνου. Ο Dugin δεν μπορεί να θέσει στην ίδια ζυγαριά τον Έβολα με τους Γκενονιστές Burkhardt, Valsana, Schuon. Μάλιστα, τους χαρακτηρίζει σύμφωνους προς τον ψευδοπνευματισμό της 'Νέας Εποχής' και την κατάπτωση στην Μασονία, σε αντίθεση με τον Έβολα που αποτελεί το 'dark side of the moon'. Το κοφτερό φως στην απολυτότητα του σκότους. Δείγματα των έργων του Έβολα και άλλων εκπροσώπων του Ντανταϊσμού, βρίσκονται στους συνδέσμους: