Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί· ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΡΑΖΙΓΙΑΚ ΣΤΟ ΚΕΛΛΙ ΜΟΥ

Του Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου




Κυνηγημένος, παράνομος εθνικιστής, διωγμένος από τους εχθρούς, επτά χρόνια μακριά κι απ’ την πατρίδα μου, σκεπτόμουν συχνά το νόημα του προτέρου αγώνος. Έρχονταν κάποιες στιγμές τραγικής μοναξιάς, που σαν το φάντασμα μετεωριζόμουν επί ματαίω για ν’ αγγίξω την ύλη του πολιτικού ίσαμε τότε έργου, να οσμιστώ την καπνιά των παλιών μαχών, να γευτώ την αλμύρα του ιδρώτα και του αίματος. Όμως κι ας μην τα άδραττα, ήξερα πως μόνο τούτα είχαν αξία κι όχι ο πολιτικός εξορθολογισμός του Μύθου, μήτε τα κομματικά αποτελέσματα…

Φυλακισμένος αργότερα ως εχθρός του καθεστώτος στα κάτεργα της δημοκρατίας, μ’ όλους τους εχθρούς σιμά μου, ματαθυμώμουν κείνη την πολιτική μανία του παρελθόντος και ύστερα από χρόνια χαμογελούσα… «Ό νεαρός φασίστας στο στρατόπεδό του» έγραφε ο Μπραζιγιάκ «με τους συντρόφους του στην ειρήνη, που μπορούν να γίνουν οι σύντροφοί του στον πόλεμο, ο νεαρός φασίστας που τραγουδά, που παρελαύνει, που εργάζεται, που ονειρεύεται, είναι πάνω απ’ όλα μια χαρούμενη ύπαρξη».

Ναι, ήμουν κι εγώ πια μια χαρούμενη ύπαρξη. Κι ας μην ήμουν στο στρατόπεδό μου. Κι ας είχε γεμίσει κείνο ρουφιάνους, δειλούς, προδότες και καταδότες. Κι ας ήμουν μόνος εναντίον όλων, χωρίς τους οφείλοντες συντρόφους στην φυλακή. Κι ας μην παρέλαυνα πια με φανφάρες. Ωστόσο ωνειρευόμουν ξανά, πολεμούσα και πάλι, ματάχυνα το αίμα μου και νικούσα, είχα σημείο αναφοράς. Είχα την φυλακή μου. Όπως την είχε κι ο Μπραζιγιάκ…

Σ’ εκείνα τα σκοτεινά κελλιά ανεκάλυπτα το «μυστικό στρατόπεδο» των αληθινών φασιστών. Ενωνόμουν μ’ εκείνους που κάποτε πέρασαν από κει, με τις σκιές εκείνων που χάθηκαν εκεί, με τους αγέννητους που θα σιμώσουν εκεί. Σαν το έθνος, όπως έγραφε κι ένας από τους πνευματικούς οδηγούς του Μπραζιγιάκ, ο Μωρρίς Μπαρρές, που είναι η κοινότης των νεκρών, των ζώντων και των αγεννήτων, έτσι και για μένα τότε η στρατιά των εθνικιστών ήταν η βασανισμένη εταιρεία των θανόντων ηρώων, των ζώντων μαρτύρων και των ασάρκωτων ακόμα παράνομων πολεμιστών του μέλλοντος. Κι έτσι, τόσο απλά, εγώ που δεν είχα τίποτα, τα είχα στην φτωχή αγκαλιά μου όλα.

Τι ‘ταν τότε για μένα η πολιτική; Τι ‘ναι για μας πάντα; Ω θεοί, πόσο σας δοξολογούσα, που με φυλάγατε μακριά απ’ τον συρφετό του κοινοβουλίου και μου χαρίζατε δράμα. Αυτή ήταν πάντα η πολιτική μας, το ζων θέατρο της καθ’ εαυτού εμπειρίας κατά την voelkisch θεωρία, η ζώσα πολιτική όπερα των συναγωνιστών του μεσοπολέμου, ο Kunst Mythos του Ριχάρδου Βάγκνερ, ένας Βόταν που ζη το αντικαπιταλιστικό δράμα του πατριωτισμού του στο πεζοδρόμιο, και φυσικά η αισθητικοποίηση της πολιτικής κατά τον Μπραζιγιάκ.

Και πάλι ο φυλακισμένος λογοτέχνης μπροστά μου. Τα λόγια του σφυροκοπούσαν το είναι μου, ηνιοχούσαν το πνεύμα μου: Ναι, είχε απόλυτο δίκιο, πως η αισθητική εμπειρία αποτελεί το εμβριθές πεδίο της πολιτικής. Πως η επιτυχία ή όχι ενός πολιτικού κινήματος είναι λιγώτερο σημαντική από την σφοδρότητα των εμπειριών της ενότητος σ’ αυτό. Συνέκρινα τα θλιμμένα ατάλαντα ανθρωπάκια, που παρίσταναν τους ομοϊδεάτες μου-ελεύθερα, απείραχτα, κοινοβουλευτικά καθώς κυνηγούσαν ψήφους-με τον ετοιμοθάνατο Τιτάνα, που κήρυττε από το κελλί του χαμογελαστός ότι η αισθητική εμπειρία της πολιτικής δημιουργεί αρχή και τέλος εντός της…

…Και μέσα απ’ το κελλί μου χαμογελούσα και πάλι. Διότι ως πονεμένος φασίστας ήμουν κι εγώ «πάνω απ’ όλα μια χαρούμενη ύπαρξη».

Και δεν ήμουν ο μόνος. Με τις χειροπέδες, τον φόρτο της μεταγωγής, την αϋπνία, την χλεύη κάποιων δημοκρατικών σωφρονιστικών υπαλλήλων, το μίσος των αναρίθμητων αλλοδαπών, τις ίντριγκες των αντιφασιστών κρατουμένων, τα σημάδια στις γροθιές μου, τις χαρακιές απ’ τα μαχαίρια στις παλάμες μου, τον φόβο διευθυντών και αρχιφυλάκων για το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε αν μιλούσα με τον άλλον αρχιφασίστα, ναι, μ’ όλα τούτα φορτωμένος, κι ακόμα με εικοσιένα χρόνια ποινής λόγω των ιδεών μου στην πλάτη μου, βάλθηκα τέλος να τεντωθώ.

Η απέναντι «χαρούμενη ύπαρξη», ο γελαστός στρατηγός, έγκλειστος κολοσσός επί τριάντα πέντε, τότε, χρόνια, ήδη με χαιρετούσε, σαν να γεννιόταν χθες:

-Νικόλαος Ντερτιλής, απλούς στρατιώτης της Ελλάδος!

Χαμογελούσαμε τώρα μαζί ευτυχείς, ψυχικός πατέρας και γιος, μέσα σε μια δημιουργική ατμόσφαιρα ζώντος θανάτου.

Ένιωσα τότε την σκιά του Μπραζιγιάκ απ’ το πουθενά να γλυστρά ανάμεσά μας και να μας θωπεύη. Τον πίστευα, τον λάτρευα. Για μια φορά ακόμη επιβεβαιωνόταν: Επιτυχία ενός πολιτικού κινήματος ήταν η σφοδρότης των εμπειριών της ενότητος εντός του. Την αντίκρυσα στο πρόσωπο του νικητού γέροντος, του σεβάσμιου στρατηγού. Ουδεμία εκλογική επιτυχία θα εδύνατο ποτέ να συγκριθεί με το νικηφόρο πραξικόπημα του τελευταίου. Ουδεμία βουλευτική έδρα με την σφοδρότητα της συγκεκριμένης ενωτικής εμπειρίας μας τώρα στην φυλακή. Στο τέλος, ματακούστηκε η βροντερή στρατιωτική φωνή:

-Και πριν, κατά τον αγώνα, φρουρούσες τον Πύργο γενναίε και ακατάβλητε Περίανδρε. Και τώρα τον φρουρείς, αν και είσαι νεκρός, όπως και εγώ, κατά πλάσμα δικαίου. Αλλά, έσεται ήμαρ!

Ανατρίχιασα. Ήμασταν νεκροί; Γι’ αυτό βλέπαμε φάσματα;

Με τα στερνά τούτα φραστικά λάβαρα αποσυρόμουν στο κελλί. Αλλά η σκιά με ακολούθησε. Μέσα στη σκοτεινή σιγαλιά ηλέκτριζε τα κάγκελα και τα μετασχημάτιζε σε πίδακες φωτιάς. Αγριεύτηκα. Η περιέργεια με φούντωσε. Στάθηκα κει, κοίταξα έξω προς την χειμωνιά…Θυμήθηκα πως ήταν Φλεβάρης, βρισκόμουν κει για το Εφετείο…Ήταν πέντε του μηνός…

Άνοιξα το σακίδιο και διάβασα απ’ τις μεταφράσεις μου. Ήταν απ’ την απόπειρα πραξικοπήματος των Γάλλων εθνικιστών το 1934. Μιλούσε όντως τώρα η σκιά του Μπραζιγιάκ:

«Εάν η έκτη Φεβρουαρίου ήταν μια αποτυχία ως συνωμοσία, ήταν (ωστόσο) μια ενστικτώδης και θαυμάσια επανάσταση, μια νύχτα θυσίας που παραμένει στη μνήμη μας με τον πόνο της, τον κρύο της άνεμο, τις ωχρές φευγάτες μορφές της, τις ανθρώπινες ομάδες της που κατείχαν τα πεζοδρόμια, την ακατάκτητη ελπίδα της σε μια εθνική Επανάσταση, την ακριβή ημερομηνία της γεννήσεως του Κοινωνικού Εθνικισμού στην πατρίδα μας. Δεν έχει σημασία ότι αργότερα κάθε τμήμα αυτής της φλεγομένης πυράς, αυτών των θανάτων που ‘σαν όλοι αγνοί, το εκμεταλλεύτηκε η δεξιά και η αριστερά. Δεν μπορεί κανείς να διαφυλάξη αυτό που υπήρξε από κείνο που (μετά) συνέβη.»

Τι σύμπτωση υπερβατική, τι απλή αλήθεια! Το επεισόδιο της 6ης Φεβρουαρίου 1934 που διάβαζα, συνέπεσε την ίδια μέρα που 11 χρόνια μετά οι δήμιοι της δημοκρατίας θα εκτελούσαν στο απόσπασμα τον ίδιο τον συγγραφέα του, τον Μπραζιγιάκ. Στο πρώτο γεγονός η αστυνομία δολοφόνησε δεκάδες εθνικιστών που επεχείρησαν κατάληψη της βουλής ενάντια στην διαφθορά των ατίμων πολιτικών. Στο δεύτερο γεγονός το ίδιο καθεστώς δολοφόνησε την γοητευτικώτερη εθνικιστική φυσιογνωμία της χώρας για τις ιδέες της.

Έστησα νυχτέρι προσπαθώντας να φαντασθώ πως θα ένιωθε τούτη η ψυχή σαν σήμερα το τελευταίο βράδυ στο κορμί της…Τι θ’ αναπολούσε, πόσο θα πονούσε σ’ ένα κελλί σαν κι αυτό τις τελευταίες βραδυνές ώρες προτού το εγκαταλείψη για πάντα το πρωί…

…Αλλά η σκιά δεν είχε πόνο στην δυσδιάκριτη θωριά της. Ήταν πάντα ένα διάνεμα χαμογελαστό. Υποψιάστηκα άξαφνα ότι κι εκείνη την ύστερη νυχτιά, ο Μπραζιγιάκ θα παρέμενε ως αυθεντικός φασίστας «μια χαρούμενη ύπαρξη».

Γυρεύοντας έτσι την ερμηνεία της υποψίας μου αφέθηκα στις μνήμες για το έργο του συγγραφέως. Για την φιλολογική του ιδιοσυγκρασία και τα πιστεύω του. Για το ευρύτερο πνευματικό κλίμα των εθνικιστών της εποχής. Πόση διαφορά απ’ την εκλογική φλυαρία της σύγχρονης πατριωτικής ατολμίας…

…Ο ίδιος ο Μπραζιγιάκ ως καθαρόαιμος εθνικοσοσιαλιστής ήταν απολύτως συμφιλιωμένος με το τέλος. Είχε γαλουχηθεί από την ερασιθάνατη παράδοση του γαλλικού εθνικισμού. Από την αναμονή του θανάτου της Γαλλίας, σύμφωνα με τον μεγάλο Μωρράς, εξαιτίας των συνεχιζομένων επιρροών της γαλλικής επαναστάσεως και την «αισθητική της μάχης» που ο γέρος εκήρυττε για την διάσωση της πατρίδος. Απ’ τον τρομερό Μπαρρές για τους νεκρούς, κείνο το ακαθόριστο μυστήριο που ως συλλογικότητες ομιλούν σ’ εμάς, το παράγωγό τους. Απ’ τον Μπλανσώ για τα «αιματηρά τινάγματα » της φασιστικής επαναστάσεως. Τον Μωλνιέ σαν έγραφε ότι «ποιητική του τραγικού ανθρώπου, του πλέον πολιτισμένου δεν είναι ο άνθρωπος για την ζωή, αλλά ο άνθρωπος για τον θάνατο».

Τα στερνά λόγια ταριάζαν στον Μπραζιγιάκ διότι εξυπηρετούσαν την ιδεολογία της «πολιτικής τραγωδίας» και του «αισθητικού αυτοκαθορισμού, που προσδοκούσε για τον λαό του ώστε να μοιάση με τον αρχαίο ελληνικό. Αυτό εννοούσε και ο Μωλνιέ γράφοντας πως ο ελληνικός ήταν «ο μόνος λαός στον κόσμο, που ‘ταν φυσικώς και ενστικτωδώς ποιητικός». Ο ελληνίζων πολιτικός πολιτισμός, που ωνειρεύετο για το έθνος του ο Μπραζιγιάκ, αναλόγως προς τις βαγκνερικές θεωρίες, τους Γερμανούς κλασσικούς, τον Χέλντερλιν και τον Χάϊντεγκερ που ατένιζαν προς την αρχαιότητα για τη νέα αισθητική κοινότητα, προϋπέθετε σαφώς το «ζην κατά θάνατον» των επανιδρυτών του.

Όλα γύρω απ’ τον Μπραζιγιάκ αποτελούσαν πρόγευση ωραίου θανάτου. Από τότε που ο Ντρυμόν έλεγε ότι ο ιουδαϊκός ιός φονεύει τον λαό της χώρας κι «όταν ο Εβραίος εγείρεται, η Γαλλία πίπτει», οι Γάλλοι πατριώτες είχαν εγείρει το πνεύμα τους για να διακηρύξουν την διάσωση του έθνους δια της αυτοθυσίας. Ο πασίγνωστος Σελίν για να δείχνη αριστοκρατικά νεκρικός και απόμακρος από την παρακμή είχε υιοθετήσει το επώνυμο της γιαγιάς του, που ανήκε στον προπολεμικό ιπποτισμό. Επιθυμούσε να γίνη κάτι σαν διάμεσος με τον κόσμο των θανόντων˙ ένα φάντασμα ίσως του παλαιού κόσμου, μιας χρυσής εποχής, τώρα σ’ έναν κόσμο δίχως ταυτότητα, καταδικασμένος να στοιχειώνη το παρόν με την ευγένεια των ηθών των νεκρών. Στην κορύφωση της αυτοκαταφάσεως, της διονυσιακής συντριβής ζητούσε με μένος τον θάνατο της belle époque και τον άμεσο πόλεμο…

…Περνούσε η ώρα στο σκοτεινό μου κελλί και οι σκέψεις βολόδερναν ασφυκτικά. Ακούστηκε ένα τρίξιμο στην πόρτα, ένας φύλακας κοντοστάθηκε και παρακολούθησε απ’ το ματάκι. Αλλά όσο επίμονα κι αν κοίταζε, την χαρωπή σκιά της συντροφιάς μου δεν την είδε…

Πώς είναι ν’ αναμένεις τον πρωινό σου θάνατο σε λίγες ώρες; Την δύση της νεανικής ζωής σου κατά την αυγή; Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια είχα επιτύχει μια υπέρβαση του παλιού φόβου για το τέλος. Συχνά-πυκνά σκεπτόμουν πως ο θάνατος ήταν προτιμώτερος απ’ την βάσανο της χρονίας αναμονής και του ατέρμονου εγκλεισμού. Αλλά ο θάνατος στην ειρκτή; Όχι, επί λόγω τιμής δεν με φόβιζε τόσο αλλά με ενωχλούσε. Με εξώργιζε το γεγονός ότι οι άλλοι θα νικούσαν. Ότι δεν θα ωλοκλήρωνα ίσως το έργο μου. Όχι όμως και ο Μπραζιγιάκ. Εκείνος είχε γεννηθή γι’ αυτό, είχε προετοιμασθή γι’ αυτό, κι αυτό τον είχε ήδη προετοιμάσει.

Ο Λα Ροσέλ πρέπει να ήταν σ’ αυτό πολύ σιμά του. Με είχε σημαδέψει κείνη η φράση απ’ τον πρόλογο του Gilles πως ο ζωτικός άνθρωπος «προετοιμάζεται για τον τρομακτικό και περίφημο θάνατο». Είχε την εμμονή-και την οποία εν τέλει έκαμε πράξη-πως ο φασίστας είναι ο τραγικός άνθρωπος που επιδιώκει την καταστροφή της παρακμιακής κοινωνίας μέσα απ’ την ηρωική του αυτοκαταστροφή! Σ’ ένα απ’ τα λαμπρά του ποιήματα απ’ τα «Γραπτά της νεότητος» παρωμοίαζε τον νεανικό θάνατο ως εξής: «Μια ωραία πυρά ‘μπρος στον νέον άνδρα…Η μετατροπή των ανθρωπίνων γεγονότων σε ηλιακά καθώς τα σκεπάζει πλέον η ιερότης…». Και πόσο λιγώτερο παγανιστικό να ‘ταν τούτο απ’ την ηλιακή φωτιά του θνήσκοντος Ηρακλέους στην Οίτη;

Ναι, το υπέροχο κλίμα που ανέπνεε ο Μπραζιγιάκ: Ο Μενάρ για τους «νεκρούς που τείνουν το χέρι στους ζώντες…». Άραγε ποια θαυμαστή ψυχή να ΄τεινε τις στιγμές αυτές το χέρι στον ίδιο; Ο Ρεμπατέ που βροντοφώναζε: «Οι επαναστάσεις δεν βαπτίζονται σε αγιασμένο νερό, βαπτίζονται στο αίμα». Η χρήση του Σορέλ από μέρους του πως οι μύθοι δεν απευθύνονται στην μελλοντική ιστορία, δεν είναι αστρολογικά αλμανάκ…Πρέπει να τους κρίνουμε ως μέσα ενεργείας στο παρόν».

Κι εκεί βάδιζε. Στην ενεργή ολοκλήρωση του μύθου του στο σήμερα. Δίχως όμως τον διονυσιακό πυρετό των ρωμαντικών του ομοφύλων, όσο με μια απολλωνεία αίσθηση τραγικότητος, που απέρρεε από έκχυση βουλήσεως και υπεραφθονία πνεύματος στο δραματικό του περιβάλλον. Κι έτσι γαληνός, όπως οι δικοί μας ολύμπιοι, περίμενε την έκτη Φεβρουαρίου σαν τώρα που ξημέρωνε, κι ίσως να θυμόταν τι έγραφε για την ιδία ημέρα, πριν έντεκα χρόνια, για τους νεκρούς συντρόφους, που σύντομα θα τους αντάμωνε:

«Κάθε χρόνο πηγαίνουμε στην Place de la Concorde και τοποθετούμε βιολέτες μπρος την πηγή, που ΄γινε κενοτάφιο…στην μνήμη των εικοσιέξι θανάτων. Κάθε χρόνο το πλήθος ελαττώνεται, διότι οι Γάλλοι πατριώτες είναι απ’ την φύση τους επιλήσμονες. Οι Επαναστάτες από μόνοι τους έχουν καταλάβει το νόημα των μύθων και των τελετών…».

Αναρωτιόμουν πόσοι να εθυμούντο τώρα τον ίδιο…Να γίνεται άραγε και για δαύτον σήμερα κάποια σεπτή τελετή; Να διαβάζουν έστω κάτι απ’ τα έργα του;

Κινούσε ‘κείνος να γράψει την «Δική μας Εμπροσθοφυλακή» και στο περίφημο κεφάλαιο «Είχα κάποιους συντρόφους», πριν τις μάχες με την κόκκινη υποκρισία, την εβραϊκή κυριαρχία και την αναφορά στην αντισημιτική αντίδραση, το χέρι του ωδηγείτο απ’ την καρδιά του κι η πέννα του θέριευε για την δολοφονία του Πωλ Ζινιού, ενός επτάχρονου φασίστα! Προχωρούσε πιο μετά και φαινόταν πως τον σημάδευε το βόλι της ματιάς του Λεόν Ντεγκρέλ… Τι του εδιηγείτο ο Βαλλώνος ήρως για τον μακρινό Γάλλο πρόγονό του, που σκοτώθηκε στο Αούστερλιτζ την ίδια μέρα που γεννιόταν η κόρη του…Κι έκτοτε θα του ‘μεινε, θαρρώ, κι η πίστη πως ο θάνατος γεννά!

Πετάχτηκα ορθός! Μια ακτίνα λυκαυγούς εσκόνταψε στα κάγκελα του κελλιού και λυπημένος θάρεψα πως η συντροφιά της σκιάς σύντομα θα μ’ εγκατέλειπε. Έπρεπε να συγκεντρώσω τις υστερνές μου σκέψεις, να τις κάμω γροθιά και χαιρετισμό. Κι έπρεπε να είναι σωστές, λογικές, καθάριες. Η σκιά όπου να ‘ταν θα τραβούσε για το αιώνιο, θαυμαστό εκτελεστικό της απόσπασμα. Κι εγώ, ένας απλός της πιστός, ίσα που θα ‘χα την τύχη να την ξεπροβοδίσω.

Ποιο ήταν το τρομακτικό τελικά μυστικό του χαρωπού συγγραφέως; Προφανώς ότι ο φασισμός θα εγίνετο ένα πλήρες αισθητικό φαινόμενο, ναι, το ‘χα εννοήσει. Γι’ αυτό τον αποκαλούσε «Αυτό το κακό του αιώνος», όπως οι παλαιοί λογοτέχνες αποκαλούσαν πριν τον ρωμαντισμό. Ομοίως το γιατί τον καλούσε «Άνθος του Κακού» θυμίζοντας τον Μπωντλέρ˙ για να τονίση την αυτοκαταστροφική κατάφαση του κινήματος και την θυσία των θιασωτών του. Αλλά απ’ τον ίδιο του τον ατό τι ζητούσε; Ήταν αληθές πως είχε πολλά ρωμαντικά γνωρίσματα. Εκκοσμίκευε την θρησκεία δια της πολιτικής. Εβίωνε με αυτοσαρκασμό την απόλυτη ρωμαντική ειρωνεία μη αποσπώμενος από έναν θάνατο που ήδη γνώριζε. Και είχε πάλι δια της καταλήξεως τούτης το ιδιοφυές χαρακτηριστικό του καταραμένου ποιητού. Να μετριέται η αξία του βάσει των εμποδίων που συναντά και της τελικής αποτυχίας που αφήνει το ανωλοκλήρωτο έργο του. Όμως, όπως το σκέφτηκα και πριν για μένα πέρα και από ρωμαντικός ήταν απολλώνειος. Ίσως διότι πάντα θεωρούσα ότι το έργο του ωλοκληρώθηκε… Μα πώς επετεύχθη τούτο;

Άξαφνα η σκιά με διαπέρασε…Αναρρίγησα σύγκορμος και απότομα γέμισα με γνώση…Η αποκάλυψη του μυστικού του με συνέθλιβε…Ο Μπραζιγιάκ τις ώρες του τραγικού του τέλους αγάπησε ακόμη περισσότερο τον εθνικοσοσιαλισμό. Διότι του προσέφερε την στιγμή εκείνη μια τρομερή, φρικώδη ευκαιρία να ολοκληρώση την αισθητική του φιλοσοφία στο έπακρο…Μέχρι τούδε εβίωνε και ρουφούσε την σφοδρότητα των εμπειριών, για να την καταγράψη αργότερα στο φιλολογικό χαρτί ως αισθητικό βίωμα. Τώρα όμως η συγκέντρωσή του στην τελεία συντριβή του τον ωδηγούσε σε μία Υπέρ-Τέχνη, καταγραφή της αισθητικής εμπειρίας στην οποία εγένετο ο ίδιος του ο θάνατος!

Σαν αστραπή διάβηκε ‘μπρος μου η θύμηση τι έγραφε ο φοβερός αυτός Άνθρωπος για τον κελτική θρησκεία του Μπαρρές και την αγάπη του στερνού για τον Δάντη, που πίστευε ότι ο Ζευς εσταυρώθη για μας…

Μα και ο Μπραζιγιάκ εσταυρώθη για μας. Για μας τους δηλητηριασμένους πατριώτες…Για σας… Που δεν αλλαξοπιστήσατε…Για σας λουλούδια του κακού…

…Αγρικήθηκε η μπάρα. Το λουκέτο ξεκλειδωνόταν, άνοιγε η φυλακή. Σηκώθηκε το μάνταλο, μέριασε η μαύρη πόρτα, χύθηκε άσπρο φως.

Ξημέρωνε έκτη Φεβρουαρίου του 2009, εντεκάμισυ χρόνια απ’ την απαρχή της ταλαιπωρίας μου, εξηντατέσσερα απ’ την δολοφονία του φοβερού μυαλού…Η ανώτερη σκιά χανόταν αμόλυντη στο πνίγος της λευκής πυράς. Η κατώτερη ματιά μου αντίκρυζε τους φρουρούς να τρέχουν βλαστημώντας στ’ αντικρυνό κελλί.

-Ένας κρατούμενος πέθανε από ηρωίνη, ακούστηκε μια φωνή.

-Ακόμα ένα θύμα της δημοκρατίας, σκέφτηκα ξεφυσώντας.

Κι αμέσως μετά ίσα που ψέλλισα:

-Η δημοκρατία σας σκοτώνει τους πάντες το ίδιο, δεν κάμει διακρίσεις. Όμως τα θύματά της δεν είναι ίδια. Κάποιοι δεν πεθαίνουν αποβλακωμένοι, αλλά για τους δικούς τους ωραίους λόγους φεύγουν χαμογελώντας.

Και χαμογελούσα κι εγώ, διότι τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος, παρέμεινα πάντα φασίστας. Πα’ να ‘πη, «μια χαρούμενη» σ’ όλες τις αντιξοότητες «ύπαρξη».



ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

thulebooks.gr