Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί· ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Ο σκοπός | Αναγκαιότητα τον σκοπού








O David Galula (1919-1967) αποφοίτησε από τη γαλλική στρατιωτική ακαδημία του Saint-Cyr και υπηρέτησε στη διάρκεια του Β΄ ΠΠ στη Βόρειο Αφρική, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Μεταπολεμικά μετατέθηκε στη γαλλική πρεσβεία στο Πεκίνο όπου για τρία χρόνια (1945-1948) βίωσε από πρώτο χέρι τις μεθόδους των κομμουνιστών, τις εφόδους και την τακτική του αντεπαναστατικού πολέμου. Για τα επόμενα δύο χρόνια, στη διάρκεια του 'ελληνικού εμφυλίου' (1949-1950), βρέθηκε στην Ελλάδα ως στρατιωτικός παρατηρητής στην ειδική επιτροπή Βαλκανίων των Ηνωμένων Εθνών (UNSCOB). Το 1952 τοποθετήθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στη γαλλική πρεσβεία του Χονγκ Κονγκ όπου παρέμεινε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1956, ενώ παράλληλα επισκέφτηκε τις Φιλιππίνες και παρακολούθησε στενά τον εξελισσόμενο εμφύλιο στην Ινδονησία. Από τον Αύγουστο του 1956 έως τον Απρίλιο του 1958, με το βαθμό του λοχαγού, ηγήθηκε του 3ου Λόχου, στο 45ο τάγμα του Αποικιακού Πεζικού στον αλγερινό πόλεμο. Παγκοσμίως, θεωρείται από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες, καθώς είχε μια ασυνήθιστα πολυποίκιλη εμπειρία σε επαναστατικές εχθροπραξίες. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του που έχει μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στην ελληνική γλώσσα. Το εν λόγω αποτελεί μία άμεση-έμμεση υπόδειξη της πορείας που μπορούν να έχουν τα πράγματα, καταπώς εξελίσσονται στον ελλαδικό χώρο. Το απόσπασμα 'Ο σκοπός | Αναγκαιότητα τον σκοπού', απ' το 2ο κεφάλαιο, 'Οι προϋποθέσεις για μία επιτυχημένη Εξέγερση', του έργου του David Galula με τίτλο 'Αντεπαναστατικός Πόλεμος, Θεωρία και Πρακτική', σελίδες 44-46, εκδόσεις Οδυσσέας, Α' έκδοση, 2009.


'Πώς μπορεί ποτέ να ελπίζει ο εξεγερμένος ότι θα αποσπάσει τον πληθυσμό από τον αντεπαναστάτη, θα τον ελέγξει και θα τον κινητοποιήσει; Με το να βρει υποστηρικτές μέσα στον πληθυσμό, ανθρώπους που η υποστήριξη τους θα κυμαίνεται από την  ενεργητική συμμετοχή στον αγώνα μέχρι την παθητική αποδοχή. Η πρώτη βασική ανάγκη για έναν εξεγερμένο που αποβλέπει σε περισσότερα πράγματα από το να προκαλεί απλώς αναταραχή είναι ένας ελκυστικός σκοπός, ειδικά ενόψει των κινδύνων που προκύπτουν και ενόψει του γεγονότος ότι οι πρώτοι  υποστηρικτές και οι ενεργοί υποστηρικτές-όχι κατ' ανάγκην τα ίδια πρόσωπα-πρέπει να στρατολογηθούν με την πειθώ.


Με τον σκοπό, ο εξεγερμένος έχει ένα δυνατό, μολονότι άυλο πλεονέκτημα που μπορεί προοδευτικά να το μετατρέψει σε  χειροπιαστή ισχύ. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων χωρίς σκοπό μπορεί να αρπάξει την εξουσία με μια επιτυχημένη συνωμοσία-αυτό έχει συμβεί στην ιστορία-αλλά τότε η συνωμοσία δεν είναι  εξέγερση. Η έλλειψη ενός ελκυστικού σκοπού είναι αυτό που εμποδίζει a priori τα απολιτικά συνδικάτα του εγκλήματος να προσπαθήσουν να αναλάβουν την εξουσία, εφόσον γνωρίζουν ότι μόνο εγκληματίες θα τα ακολουθήσουν.


Η κομμουνιστική εξέγερση του 1945-50 στην Ελλάδα, μια υποδειγματική περίπτωση όλων αυτών που μπορούν να πάνε στραβά σε μια εξέγερση, είναι ένα παράδειγμα αποτυχίας που οφείλεται, μεταξύ άλλων λιγότερο σοβαρών λόγων, στην έλλειψη ενός σκοπού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, το ΕΑΜ και ο στρατός του, ο ΕΛΑΣ, μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια του 2ου  παγκοσμίου πολέμου, όταν ολόκληρος ο πληθυσμός αντιστεκόταν στους γερμανούς. Μόλις απελευθερώθηκε η χώρα, το ΕΑΜ δεν μπορούσε να βρει έναν ουσιαστικό σκοπό. Η Ελλάδα είχε μικρή βιομηχανία και συνεπώς δεν είχε προλεταριάτο εκτός από τους λιμενεργάτες του Πειραιά και τους καπνεργάτες οι ναυτικοί του εμπορικού ναυτικού, που μετακινούνταν διαρκώς λόγω της  εργασίας τους, δεν μπορούσαν να δώσουν σταθερή υποστήριξη.


Δεν υπήρχε φοβερό αγροτικό πρόβλημα για να αξιοποιηθεί. Οι πλούσιοι έλληνες κεφαλαιοκράτες, των οποίων οι περιουσίες συνήθως είχαν δημιουργηθεί στο εξωτερικό, ήταν αντικείμενα θαυμασμού μάλλον παρά εχθρότητας σε ένα έθνος με εμπορική νοοτροπία. Δεν υπήρχαν αυστηρά καθορισμένες τάξεις ο  υπουργός Ναυτιλίας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι εξάδελφος ενός σερβιτόρου. Για να κάνουν τα πράγματα χειρότερα, οι έλληνες κομμουνιστές συμμάχησαν κατ' ανάγκην με τη Βουλγαρία, τον παραδοσιακό εχθρό της Ελλάδας· με τη Γιουγκοσλαβία, που  διεκδικεί ένα μέρος της Μακεδονίας της Ελλάδας· με την  Αλβανία, από την οποία η Ελλάδα διεκδικεί μέρος της Ηπείρου. Με τα εθνικά αισθήματα να βρίσκονται τόσο ψηλά όπως γίνεται στα Βαλκάνια, αυτές οι σχέσεις δεν αύξαναν τη δημοτικότητα των ελλήνων κομμουνιστών.


Χρησιμοποιώντας όσες δυνάμεις είχαν στο τέλος του  πολέμου, εκμεταλλευόμενοι το δύσκολο έδαφος, αποσυρόμενοι σε ασφαλές άσυλο πέρα από τα ελληνικά σύνορα όταν χρειαζόταν, οι κομμουνιστές εξεγερμένοι μπόρεσαν να κάνουν καταδρομικού τύπου επιχειρήσεις, αλλά όχι αληθινό ανταρτοπόλεμο· στην πραγματικότητα, οι μονάδες τους που διείσδυαν έπρεπε να  κρύβονται από τον πληθυσμό, όταν δεν μπορούσαν να τον εκφοβίσουν, και οι επιχειρήσεις τους διαρκούσαν σε γενικές γραμμές όσο και τα εφόδια που είχαν μαζί τους. Ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να στρατολογήσει αντάρτες δια της βίας. Μόλις οι απρόθυμοι επίστρατοι έβρισκαν τον πολιτικό κομισάριο πίσω από την πλάτη τους λιγότερο επικίνδυνο από τις εθνικιστικές δυνάμεις  μπροστά, λιποτακτούσαν.


Ο βασικός λόγος για τον οποίο η εξέγερση κράτησε τόσο πολύ ήταν ότι, στην αρχή, οι τακτικές κυβερνητικές δυνάμεις αποτελούνταν μόνο από μια ταξιαρχία, που είχε πολεμήσει με τους συμμάχους στο θέατρο της Μεσογείου και υστερούσε αριθμητικά πολύ σε σχέση με τους εξεγερμένους. Μόλις ο στρατός αναδιοργανώθηκε και ενισχύθηκε, πρώτα με βρετανική, κατόπιν με αμερικανική βοήθεια, η διοίκηση των εθνικιστών ανέλαβε να καθαρίσει τη χώρα, περιοχή προς περιοχή, με αμιγώς στρατιωτική δράση. Μια καθαρισμένη περιοχή διατηρούνταν καθαρή εξοπλίζοντας τοπικές πολιτοφυλακές-αυτό παρουσίαζε μικρή δυσκολία αφού ο πληθυσμός ήταν σαφώς αντικομμουνιστικός και μπορούσαν να βασίζονται πάνω του.


Για όσους δεν προτίθενται να αποκτήσουν την έντυπη έκδοση του βιβλίου, υπάρχει και η εξής λύση του .pdf.

http://documents.tips/documents/david-galula-2009.html